Thanoskondylis's Weblog

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ! – WELCOME MY FRIENDS!

ΘΑΝΟΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΦΩΣ, εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2021

Posted by THANOS KONDYLIS στο 01/04/2021

Με φόντο την Ελληνική Επανάσταση του 1821 εκτυλίσσεται μια καταπληκτική περιπέτεια μέσα στη φλόγα του απελευθερωτικού αγώνα και στη φωτιά του έρωτα.

1821. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία συγκλονίζεται από την Επανάσταση των Ελλήνων, που έπειτα από τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς πασχίζουν να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Την ίδια εποχή, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αγγλική Πρεσβεία, ο φιλέλληνας γιατρός Μπέντζαμιν Μπλακ έχει μια σημαντική αποστολή που του έχει αναθέσει ο λόρδος Έλγιν από το Λονδίνο· να ανακαλύψει το χαμένο άγαλμα μιας όμορφης Αφροδίτης. Αυτή έχει γίνει έμμονη ιδέα στον γιατρό, μια και από καιρό τον επισκεπτόταν στα όνειρά του.
Καθώς τα χρόνια περνούν, θα περιπλανηθεί στους σκοτεινούς διαδρόμους της αγγλικής κατασκοπίας. Όταν ανακαλύψει ότι ήταν πιόνι των πολιτικών δολοπλοκιών, θα φύγει για την Ελλάδα. Στη διάρκεια της έρευνάς του θα ταξιδέψει στις Κυκλάδες, στη Μάνη, στην Αθήνα, στην Αίγινα και στο Ναύπλιο. Ο Τούρκος στρατηγός Κιουταχής, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης, ο Γκούρας, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Ιωάννης Καποδίστριας και πολλοί άλλοι θα βρεθούν στον δρόμο του γιατρού. Μάλιστα ο ίδιος θα μπλεχτεί στη δίνη του πολέμου και θα κινδυνέψει θανάσιμα. Κάποια στιγμή η αναζήτησή του θα πλησιάσει στο τέλος της και ο Άγγλος θα ετοιμαστεί να επιστρέψει στην πατρίδα του.
Αλλά δε γνωρίζει ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει. Γιατί η μοίρα θα του στήσει ένα τελευταίο εμπόδιο, το πιο ισχυρό απ’ όλα. Ο έρωτας θα εισβάλει σαν θύελλα στη ζωή του, διεκδικώντας με απίστευτη ορμή το μερίδιό του από αυτή την αναζήτηση. Ο Μπέντζαμιν Μπλακ αναπάντεχα θα συναντήσει μπροστά του μια γυναίκα από το παρελθόν. Μια μοιραία γυναίκα που θα του αλλάξει τη ζωή… για πάντα!

 

Posted in 01) ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Γιατί οι Έλληνες έκαναν την επανάσταση ενάντια στους Τούρκους. Ο λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα (8 Οκτωβρίου 1838)

Posted by THANOS KONDYLIS στο 31/03/2021

Ο βίος του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη είναι εν πολλοίς γνωστός. Έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδων που αναφέρουν πολλά για τον βίο του πριν από την επανάσταση, αλλά κυρίως για τις ανδραγαθίες τους στη διάρκεια της επανάστασης και μετά από αυτήν μέχρι τον θάνατό του. Μια λεπτομέρεια της ζωής του που δεν είναι και τόσο γνωστή στο ευρύ κοινό αφορά μια ομιλία του στους γυμνασιόπαιδες της Αθήνας που την εκφώνησε στην Πνύκα στις 8 Οκτωβρίου 1838. Σε αυτή την ομιλία μεταξύ των αναφέρει με απλά και κατανοητά λόγια τα αίτια της ελληνικής επανάστασης. Για την ιστορία και μόνο θα αναφέρουμε ότι ο λόγος αποτελείται από  1403 λέξεις.

Ιδού μερικά από τα πιο ενδιαφέρονται σημεία του:

Παιδιά μου!

Εἰς τὸν τόπο τοῦτο, ὁποὺ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγοροῦσαν τὸν παλαιὸ καιρὸ ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των. Ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου, εἰς τὴν μεγάλη δόξα τῶν προπατόρων μας, καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τὸν καιρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα, καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ νὰ κάμωμε συμπερασμοὺς καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θεὸς μόνος ἠξεύρει τὰ μέλλοντα….

Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατοικοῦμε, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμε τὸ ὄνομα τοῦτο….

Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τὴν διχόνοια καὶ ἐτρώγονταν μεταξύ τους, καὶ ἔτσι ἔλαβαν καιρὸ πρῶτα οἱ Ῥωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καὶ τοὺς ὑπόταξαν. Ὕστερα ἦλθαν οἱ Μουσουλμάνοι καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν, διὰ νὰ ἀλλάξῃ ὁ λαὸς τὴν πίστιν του….

Ὅταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἄρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος μας καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση.

Εἰς τὸν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια καὶ ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τὸν πόλεμο, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναῖκα του ἐζύμωνε, τὸ παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψωμὶ καὶ μπαρουτόβολα εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δυὸ χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Μακεδονία, καὶ ἴσως ἐφθάναμε καὶ ἕως τὴν Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τοὺς Τούρκους, ὁποὺ ἄκουγαν Ἕλληνα καὶ ἔφευγαν χίλια μίλια μακρά. Ἑκατὸν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός, καὶ ἕνα καράβι μίαν ἁρμάδα. Ἀλλὰ δὲν ἐβάσταξεν. Ἦλθαν μερικοὶ καὶ ἠθέλησαν νὰ γένουν μπαρμπέρηδες εἰς τοῦ κασίδη τὸ κεφάλι. Μᾶς πονοῦσε τὸ μπαρμπέρισμά τους. Μὰ τί νὰ κάμωμε; Εἴχαμε καὶ αὐτουνῶν τὴν ἀνάγκη. Ἀπὸ τότε ἤρχισεν ἡ διχόνοια, καὶ ἐχάθη ἡ πρώτη προθυμία καὶ ὁμόνοια. Καὶ ὅταν ἔλεγες τὸν Κώστα νὰ δώσῃ χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, ἢ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν πόλεμο, τοῦτος ἐπρόβαλλε τὸν Γιάννη. Καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο κανεὶς δὲν ἤθελε οὔτε νὰ συνδράμῃ οὔτε νὰ πολεμήσῃ. Καὶ τοῦτο ἐγίνετο, ἐπειδὴ δὲν εἴχαμε ἕναν ἀρχηγὸ καὶ μία κεφαλή. Ἀλλὰ ἕνας ἔμπαινε πρόεδρος ἕξη μῆνες, ἐσηκώνετο ὁ ἄλλος καὶ τὸν ἔριχνε, καὶ ἐκάθετο αὐτὸς ἄλλους τόσους, καὶ ἔτσι ὁ ἕνας ἤθελε τοῦτο καὶ ὁ ἄλλος τὸ ἄλλο. Ἴσως ὅλοι ἠθέλαμε τὸ καλό, πλὴν καθένας κατὰ τὴν γνώμη του. Ὅταν προστάζουνε πολλοί, ποτὲ τὸ σπίτι δεν χτίζεται οὔτε τελειώνει….

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τέτοια κατάστασιν, ἐξ αἰτίας τῆς διχονοίας, μᾶς ἔπεσε ἡ Τουρκιὰ ἐπάνω μας καὶ κοντέψαμε να χαθοῦμε, καὶ εἰς τοὺς στερνοὺς ἑπτὰ χρόνους δὲν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εἰς αὐτὴ τὴν κατάστασιν ἔρχεται ὁ βασιλεύς, τὰ πράγματα ἡσυχάζουν, καὶ τὸ ἐμπόριο καὶ ἡ γεωργία καὶ οἱ τέχνες ἀρχίζουν νὰ προοδεύουν καὶ μάλιστα ἡ παιδεία. Αὐτὴ ἡ μάθησις θὰ μᾶς αὐξήσῃ καὶ θὰ μᾶς εὐτυχήσῃ….

Νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, να μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθεῖτε εἰς τὰς σπουδάς σας καὶ καλύτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον, δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους – πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας, καὶ να μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθεῖτε εἰς τὰ γράμματά σας….

Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων, ἔμεινα ἀγράμματος καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρηση, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας. Σᾶς εἶπα ὅσα ὁ ἴδιος εἶδα, ἤκουσα καὶ ἐγνώρισα, διὰ νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰ ἀπερασμένα καὶ ἀπὸ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς διχονοίας, τὴν ὁποίαν νὰ ἀποστρέφεσθε, καὶ νὰ ἔχετε ὁμόνοια…

Εφημερίδα ΑΙΩΝ 13 Νοεμβρίου 1838.

Posted in 15) ΙΣΤΟΡΙΑ | Leave a Comment »

ΔΟΥΚΙΣΣΑ ΠΛΑΚΕΝΤΙΑΣ, η ξεχασμένη ευεργέτιδα της ελληνικής επανάστασης (1821-1830)

Posted by THANOS KONDYLIS στο 30/03/2021

Ένας από τους μεγαλύτερους – αλλά ξεχασμένους – ευεργέτες της Ελλάδας στη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης υπήρξε η γνωστή ΔΟΥΚΙΣΣΑ ΤΗΣ ΠΛΑΚΕΝΤΙΑΣ, η Σοφί ντε Μαρμπουά – Λεμπρέν (Sophie de Marbois-Lebrun). Πρώτα λίγα για τη βιογραφία της. Γεννήθηκε το 1785 στη Φιλαδέλφεια ΗΠΑ και πέθανε το 1854 στην Αθήνα. Ο πατέρας της ήταν Γάλλος, αντιπρόσωπος του Λουδοβίκου ΙΕ΄ της Γαλλίας στο αμερικανικό Κογκρέσο, επιτετραμμένος Γάλλος διπλωμάτης και μαρκήσιος. Η μητέρα της ήταν Αμερικανίδα, κόρη του κυβερνήτη της Πενσιλβάνια. Η Σοφία το 1802 παντρεύτηκε τον στρατηγό Άννα – Κάρολο Λεμπρέν (Anne-Charles Lebrun, 1775-1859), που ήταν ο μεγαλύτερος και ο πρωτότοκος γιος του γιος του Καρόλου Φρανσουά Λεμπρέν, δούκα της ιταλικής Πιατσέντζας (λατινικά Placentia), και από τον οποίο κληρονόμησε τον τίτλο. Η Σοφία απέκτησε μια κόρη, την φιλάσθενη Ελίζα, αλλά ο γάμος δεν ευημέρησε. Η Σοφία παράτησε τα σαλόνια της Γαλλίας και ρίχτηκε σε μια περιπετειώδη ζωή εγκαταλείποντας τον άντρα της. Γνώρισε διάφορους εραστές αλλά η τομή στη ζωή της έγινε το 1821, όταν ξέσπασε η ελληνική επανάσταση. Αγαπούσε παθολογικά την Ελλάδα, αμέσως έγινε ενεργό μέλος του αγγλικού Φιλελληνικού Κομιτάτου και πουλώντας τα κοσμήματά της μάζεψε πάνω από 20.000 φράγκα για την Ελλάδα.

Το πόσο σημαντικό πρόσωπο ήταν για την επαναστατημένη Ελλάδα η δούκισσα καταγράφεται σε επιστολή (20 Απριλίου 1825) του Αδαμάντιου Κοραή στον οπλαρχηγό Οδυσσέα Ανδρούτσο. Εκεί αναφέρονται τα εξής: «Φίλε Στρατηγέ, η κυρά Δούκισσα Πλακεντίας (Duchesse de Plaisance) έρχεται με την φίλη αυτής θυγατέρα εις την Ελλάδα […] τόση είναι της χρηστής Δουκίσσης η προς το γένος μας εύνοια, την οποίαν έδειξεν εμπράκτως και εδώ, βοηθήσασα δις και τρις, διά χειρός μου, τους ομογενείς σπουδαστάς. Δεν αμφιβάλλω ότι όλον το γένος μέλλει να υποδεχθεί την δούκισσαν […] ως φίλην θερμήν και ευεργέτριαν του γένους. Αν κατά τύχην έλθη και εις τους τόπους όπου στρατηγείς, φρόντισε, φίλε, να γενή η περιήγησις αυτής άκοπος, άφοβος, ασφαλής, και όσον το δυνατόν ευάρεστος…».

Το 1826 βρισκόταν στο Παρίσι. Εκεί συνάντησε τον Ιωάννη Καποδίστρια (1776-1831) και γοητεύτηκε από την προσωπικότητά του. Δεν αποκλείεται μάλιστα να τον ερωτεύτηκε. Το 1827 μαζί με την κόρη της βρισκόταν στη Ρώμη όπου συνάντησαν και πάλι τον Καποδίστρια. Τότε ήταν αντιπρόσωπος της επαναστατικής κυβέρνησης της Ελλάδας. Η συνάντηση αυτή είχε αποφασιστική σημασία για τη Σοφία που συνεχώς έδινε χρήματα για να βοηθήσει την επανάσταση.

Το 1828 ο Καποδίστριας έφτασε στο Ναύπλιο ως ο πρώτος κυβερνήτης της επαναστατικής Ελλάδας. Είχε επικοινωνία με τη δούκισσα της Πλακεντίας που ακόμα ήταν στο εξωτερικό. Σε μια επιστολή του προς αυτήν (4 Μαρτίου 1828) αναφέρει τον τρόπο που διέθεσε τις 14.000 φράγκα που του είχε αποστείλει. Λέει ότι με αυτά, περίπου 1500 πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Αίγινα μετά την πτώση της Αθήνας στους Τούρκους (1827), σιτίζονταν επί εβδομάδες και αυτό θα γινόταν και τις επόμενες τέσσερις εβδομάδες. Ο Καποδίστριας της λέει ότι αν είχε λίγα ακόμα χρήματα από αυτήν θα μπορούσε να τους στεγάζει σε καλύβες, για να βγουν από τις σπηλιές όπου διέμεναν.

Τον Δεκέμβριο του 1829 η Σοφία και η κόρη της έφτασαν στο Ναύπλιο με το πολεμικό πλοίο και καπετάνιο τον γνωστό Μιαούλη, κατόπιν εντολής του Καποδίστρια. Η άφιξή της στην τότε πρωτεύουσα ανακοινώθηκε στη «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος». Εγκαταστάθηκε σ’ ένα μεγάλο σπίτι με όλο της το προσωπικό και τα σκυλιά της και άρχισε τις αγαθοεργίες ενώ ακόμα μαινόταν ο πόλεμος της ανεξαρτησίας. Ανάμεσα στις γνωστές αγαθοεργίες της καταγράφονται οι εξής: ίδρυσε σχολείο θηλέων, που λειτούργησε πρώτα στην Αίγινα και στη συνέχεια στο Ναύπλιο. Συμμετείχε ενεργά στο συντονισμένο κίνημα των Γάλλων φιλελλήνων. Ανέλαβε να μορφώσει 12 Ελληνίδες με δικά της έξοδα.

Αλλά εκεί η ζωή της παίρνει άλλη στροφή. Λένε ότι ερωτεύτηκε τον μεγάλο εχθρό του Καποδίστρια, τον ήρωα Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη και ψυχράνθηκε με τον Κυβερνήτη τον οποίο άρχισε να αντιπολιτεύεται. Το 1831, μετά από παραμονή δεκαεπτά μηνών στο Ναύπλιο η Σοφία και η κόρη της έφυγαν για την Ιταλία. Την ίδια χρονιά βγήκε και το τυπικό διαζύγιο από τον Γάλλο σύζυγό της. Στις 9 Οκτωβρίου δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Το 1833 έφτασε στο Ναύπλιο ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας, ο Όθων και ανακήρυξε νέα πρωτεύουσα του βασιλείου του την Αθήνα. Το 1834 η Σοφία και η κόρη της έφτασαν στην Αθήνα, όπου και πέρασαν το υπόλοιπο της ζωή τους. Η Σοφία πέθανε στις 2 Μαΐου 1854, αφήνοντας την τεράστια περιουσία της σε διάφορους κληρονόμους και στο Δημόσιο. Ο τάφος της βρίσκεται στον μεγάλο πύργο της στην Πεντέλη.

Posted in 15) ΙΣΤΟΡΙΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης και η πολιορκία της Ακρόπολης από τους Τούρκους (1826-1827)

Posted by THANOS KONDYLIS στο 29/03/2021

Ο Ιωάννης Τριανταφύλλου ή Μακρυγιάννης (1797-1864) ήταν έμπορος, στρατηγός, πολιτικός και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Φωκίδα και στη διάρκεια της Επανάστασης έλαβε μέρος σε πολλές μάχες όπου και τραυματίστηκε αρκετές φορές. Μετά την απελευθέρωση ζούσε στην Αθήνα και έλαβε μέρος στην πολιτική ζωή. Η κατοικία του ήταν σ’ ένα κτήμα που είχε στη γωνία των σημερινών οδών Μακρυγιάννη και Διάκου – τότε η περιοχή ήταν στα όρια της πόλης. Μέχρι σήμερα αυτή η περιοχή φέρει το όνομά του. Είχε παντρευτεί το 1825 τη δεκαεξάχρονη Κατίγκω (Αικατερίνη) Σκουζέ (1810-1877). Από αυτήν απέκτησε δέκα αγόρια (τέσσερα πέθαναν όσο ζούσε ο ίδιος) και δύο κορίτσια. Έγραψε το έργο Απομνημονεύματα και συνεργάστηκε με τον Παναγιώτη Ζωγράφο στη δημιουργία είκοσι πέντε ζωγραφικών πινάκων που αναπαριστούν μάχες της Ελληνικής Επανάστασης.

Μεταξύ των άλλων μαχών έλαβε μέρος και στην πολιορκία της Ακρόπολης από τους Τούρκους (1826-1827). Μετά την πτώση του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1826), οι Τούρκοι κατέπνιξαν την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και κατέληξαν στην Αθήνα με χιλιάδες στρατού και πυροβολικό. Οι Έλληνες με αρχηγό τον Γιάννη Γκούρα υπεράσπισαν την πόλη μέχρι τις 3 Αυγούστου 1826 οπότε και την εγκατέλειψαν λόγω της ανωτερότητας του εχθρού, για να κλειστούν στην Ακρόπολη. Στο εξής η πολιορκία πέρασε από διάφορες φάσεις. Στις αρχές Οκτωβρίου 1826 σκοτώθηκε ο Γιάννης Γκούρας και λίγες μέρες αργότερα τραυματίστηκε ο Μακρυγιάννης. Τον Νοέμβριο ο Μακρυγιάννης παρά τα τραύματά του έφυγε ως αγγελιοφόρος για το Ναύπλιο ζητώντας νέες ενισχύσεις. Η πολιορκία συνεχίστηκε και το 1827 πιο στενή. Η κυβέρνηση έστειλε τον Καραϊσκάκη με αρκετό στρατό για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους. Αλλά όταν αυτός σκοτώθηκε (23 Απρίλιου 1827), οι Έλληνες ηττήθηκαν σε πολλές μάχες και αποχώρησαν από την Αττική. Οι πολιορκημένοι μην περιμένοντας άλλη βοήθεια αναγκάστηκαν να παραδώσουν με συνθήκη το κάστρο (25 Μαΐου 1827). Επιβιβάστηκαν σε γαλλικά και αυστριακά πλοία με προορισμό τη Σαλαμίνα και άλλα μέρη της ελεύθερης Ελλάδας όπως η Αίγινα και η Πελοπόννησος.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε την περιγραφή του Μακρυγιάννη για αυτή την πολιορκία όπως την παραδίδει σε κάποιες σελίδες στα Απομνημονεύματά του (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Μεταγραφή από το πρωτότυπο του Γιάννη Βλαχογιάννη, επεξεργασμένη από τον καθηγητή Γιάννη Καζάζη, Bιβλίον A΄. 1797-1827, σσ. 80 – 82). Η περιγραφή ξεκινάει από τη στιγμή που οι Έλληνες εγκατέλειψαν την πόλη της Αθήνας και υποχώρησαν μέσα στην Ακρόπολη.

«…Την χώρα την βαστήσαμεν τριάντα τέσσερες ημέρες. Κολλήσαμεν εις το κάστρο Αγούστου 3, τα 1826. Όταν μπήκαμεν εις το κάστρο, ήταν πλήθος εκεί βόιδια. Ο Γκούρας, αμαθής από μπλόκους, τάβγαλε και τ’ απόλυσε όλα έξω, και τα πήραν οι Τούρκοι. Του λέγω: «Τι κάνεις, αδελφέ; εδώ είναι πολιορκία. – Λέγει, λίγον καιρό θα κάμωμεν». Έτζι τόλεγαν οι Ευρωπαίγοι, οπούρχονταν εις το κάστρο, και τους πίστευε. Όταν δεν είχαμεν ούτε ψωμί, βάρειε το κεφάλι του. …

Αφού κολλήσαμεν εις το κάστρο, μεράσαμεν και πήρε ο καθείς τα πόστα του. … Ήταν μαζί μ’ εμένα οι Αθηναίοι και με τον Κώστα Λαγουμιτζή, και χωρίς ν’ αγωνιζόμαστε εμείς, το κάστρο θα κιντύνευε και θα παραδόνεταν προ καιρού. Εις το Σερπετζέ από πάνου, εις το θέατρο, φύλαγε ο Κατζικογιάννης. Ύστερα με διόρισαν όλοι οι πολιορκημένοι πολιτάρχη του κάστρου, να φέρνω γύρα όλο το κάστρο μέσα διά την ευταξίαν κ’ έξω σε όλα τα πόστα να τρέχω όθεν ακολουθήση ντουφέκι, να προφτάνωμεν. …

Την νύχτα φκειάναμεν της ντάπιες και την ημέρα μάς της χάλαγαν με τα κανόνια από το Σέτζος. Ότ’ ήταν καρσί και πολλά κοντά. Κι’ αφανιστήκαμεν εις τον σκοτωμόν. Το ίδιον πάθαιναν κι’ απάνου εις το κάστρο. Ότ’ ήταν πέτρες· κι’ αφανίστηκαν οι άνθρωποι από τα κανόνια και μπόμπες. Γιόμωσε τάφους απάνου το κάστρο και τους χώναμεν ’στον Σερπετζέ. …

Εις την ντάπια του Δυσσέα απόξω ως τη ντάπια του Λιονταριού εκεί είχαμεν δεμένο λαγούμι· είχαμεν βάλη μπαρούτι και το φτίλι από κεί το είχαμεν ως μέσα εις το χαντάκι. Κ’ εκείνη την θέση του Λιονταριού την φύλαγαν οι Αθηναίγοι οι γυμνοί. Κεφαλή αυτεινών ήταν ο Δανίλης, γενναίος άνθρωπος και τίμιος πατριώτης. Τον πιάσαν ύστερα ζωντανόν αυτόν και τον Μήτρο Λέκκα, τους αγαθούς πατριώτες, και τους παλούκωσαν εις την Έγριπον οι Τούρκοι. Το φτίλι του λαγουμιού ήταν από πανί. Οι άνθρωποι κατουρούσαν εις το χαντάκι, ότι δεν μπορούσαν να πάνε αλλού, ότι τους βαρούσαν οι Τούρκοι από το Καράσουι κι’ απ’ άλλα μέρη· και τους κατασκότωναν καθημερινώς. Οι Τούρκοι αποφάσισαν να κάμουν γιρούσι δι’ αυτό το μέρος, και εις τη ντάπια, οπούταν το λαγούμι δεμένο εκεί συνάχτηκαν πλήθος από αυτούς. Βάλαμεν τους ανθρώπους εις την τάξη, βήκαμε καμπόσοι και στεκόμαστε με τα μαχαίρια εις το χέρι. Βάλαμεν φωτιά εις το φτίλι, ήταν βρεμένο, δεν έπιασε· πήγε σε καμπόσο διάστημα η φωτιά και κόπη. Τότε είδα έναν πατριωτικόν ενθουσιασμόν. Ένας Αθηναίος παίρνει με την χούφτα του φωτιά και πήγε και την έρριξε εις το φτίλι – διά την πατρίδα την φωτιά την έκαμεν νερό, αλλά δεν έπιασε. Μας ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου – τους δώσαμεν ένα πελεκίδι και τους πήγαμεν κυνηγώντα ως την άκρη εις τα σπίτια· κι’ αποτύχαμεν το λαγούμι, οπού θα τους αφάνιζε. Σκοτώσαμεν καμπόσους κ’ έναν σημαντικόν. Και λυπήθη πολύ ο Κιτάγιας δι’ αυτόν, ότ’ ήτο πολύ γενναίος…

Όταν κολλήσαμεν εις το κάστρο, βαστούσαμεν και τον μαχαλά της Πλάκας ως την Αρβανίτικη πόρτα. Από κάτου το κάστρο εις τα σπίτια ήταν μία εκκλησία και της έδεσε λαγούμι ο αθάνατος περίφημος Κώστας Λαγουμιτζής, γενναίος και τίμιος πατριώτης – και με την τέχνη του και με το ντουφέκι του ως λιοντάρι πολέμαγε διά την πατρίδα. Ήμαστε μαζί κι’ αγωνιζόμαστε ως αδελφοί νύχτα και ημέρα και δουλεύαμεν με τους ανθρώπους, τους αγαθούς Αθηναίους και φκειάναμεν τα λαγούμια· και ήμαστε όλοι πάντα αγαπημένοι κ’ ενωμένοι. Εις το Μισολόγγι και παντού αυτός ο γενναίος άντρας θάματα έχει κάμη. Πατρίδα, του χρωστάς πολύ αυτεινού του αγωνιστή. Θησαυρούς τού δίνει ο Κιτάγιας να γυρίση· διά σένα, πατρίδα, όλα τα καταφρονεί. Έβαλε λαγούμι εις την εκκλησίαν. Πλάκωσε ένα πλήθος Τούρκων· αρχίσαμεν τον πόλεμον· κάμαμεν ότι τζακιστήκαμεν. (Θέλαμεν να τον αφήσουμεν τον μαχαλά, ότ’ ήμαστε ολίγοι και οι θέσες εκτεταμένες). Τότε οι Τούρκοι μάς πήραν ’στο κοντό. Είχαμεν την Χρυσοσπηλιώτισσα πιασμένη και το ριζό του κάστρου, είχαμεν ταμπούρια, και πιάσαμεν εκεί. Αφού γιόμωσε η εκκλησιά μέσα κι’ ως απάνου, στάθηκαν δυο γενναία παληκάρια ο Μιχάλης Κουνέλης Αθηναίος κι’ ο Θωμάς Αργυροκαστρίτης ή Χορμοβίτης, αυτείνοι οι δυο γενναίοι και οι αθάνατοι, και βάλαν φωτιά· και πολέμησαν αντρεία και σώθηκαν. Και πήγε εις τον αγέρα η εκκλησιά και οι Τούρκοι όλοι. Ύστερα οι άλλοι Τούρκοι οπού ήταν πλησίον εκεί τζακίστηκαν· κι από πάνου το κάστρο κι’ από κάτου βαρούσαμεν εις το κρέας και τους αφανίσαμεν. Έγινε μεγάλος ο σκοτωμός των Τούρκων.

Εις το Σερπετζέ απόξω, οπού φυλάγαμεν, ήφερναν τα λαγούμια τους οι Τούρκοι αναντίον μας· εκεί ήταν και του κάστρου, τρία στόματα. Οι Τούρκοι ήταν πάρα πολλά πλησίον μας και ήρθε κ’ ένας πασιάς νέος με καλό ασκέρι. Και ήρθαν εκεί εις τα χαρακώματά τους πολλά πλησίον μας και μας βρίζαν και μας λέγαν άναντρους κι’ Οβραίους· και εις το Μισολόγγι ήταν παληκάρια κ’ εμείς καντιποτένιοι· και ’σ ένα δυο ημέρες μάς κλείνουν με τα χαρακώματά τους· και μας πιάνουν ζωντανούς ύστερα και μας περνούν από το σπαθί τους. Εγώ κι’ ο Κώστα Λαγουμιτζής ήμαστε αποσταμένοι, ότι φκειάναμεν νύχτα και ημέρα τα λαγούμια να τους χαλάσουμεν των Τούρκων τα δικά τους. Κ’ εγώ ήμουν πάντοτες οπού σύναζα τους Αθηναίους (τους αγαπούσα, κι’ αυτοί το ίδιον) και τους οδηγούσα εις αυτά κ’ εργαζόμαστε. Είχα κι’ όλα τα νοικοκυρόπουλα μαζί μου και τα προφύλαγα από τους ανθρωποφάγους, οπούθελαν να τους γυμνώνουν ως και εις το κάστρο, όπου τους έμεινε ολίγον πράμα – να τους το πάρουν κι’ αυτό. …..»

Posted in 15) ΙΣΤΟΡΙΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Posted by THANOS KONDYLIS στο 28/03/2021

Αν και επισήμως η 25η Μαρτίου 1821 έχει επικρατήσει να θεωρείται η ημερομηνία έναρξης της ελληνικής επανάστασης, όμως τα πράγματα δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι. Ουσιαστικά τα πρώτα επαναστατικά επεισόδια κατά των Τούρκων καταγράφονται στην Πελοπόννησο και είναι τα εξής: στις 15 Μαρτίου ξεκίνησαν οι σποραδικές επιθέσεις σε φοροεισπράκτορες, ταχυδρόμους, προύχοντες και άλλους φιλικά προσκείμενους προς τον κατακτητή. Στις 17 Μαρτίου επαναστάτες με αρχηγό τον Σωτήρη Χαραλάμπη και τους Πετμεζαίους πολιορκούσαν τους Πύργους των Καλαβρύτων που παραδόθηκαν στις 21 Μαρτίου. Στις 22 του μήνα άλλοι επαναστάτες εισέβαλλαν στην Πάτρα και την απελευθερώνουν. Στις 23 απελευθερώθηκε η Καλαμάτα από τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Παπαφλέσσα και Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Την ίδια μέρα απελευθερώθηκε η Βοστίτσα (Αίγιο) από τον Ανδρέα Λόντο. Στις 24 Μαρτίου καταλήφθηκε η Καρύταινα και απελευθερώθηκαν η Κορινθία, η Κυνουρία και η Κυπαρισσία. Επίσης στις 24 Μαρτίου οι επαναστάτες κήρυξαν την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα. Αυτό έγινε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στα Σάλωνα (Άμφισσα). Την ίδια μέρα έγινε  μάχη κοντά στο χωριό Βουνάρια Πυλίας (Μεσσηνία) και οι επαναστάτες υπό τους Μαυρομιχαλαίους νίκησαν τους Τούρκους.

Αλλά ποια ήταν η τελευταία μάχη των Ελλήνων κατά των Τούρκων;

Τον Ιανουάριο του 1828 είχε αφιχθεί στο Ναύπλιο ο πρώτος Κυβερνήτης των επαναστατημένων Ελλήνων και προσπαθούσε να οργανώσει το καινούργιο κράτος. Στο μεταξύ μαινόταν ο πόλεμος Ρωσίας – Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το 1829 έδειχνε ότι οι Ρώσοι θα νικούσαν σε αυτή τη διαμάχη μιας και έφταναν κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Ο σουλτάνος έντρομος μπροστά σε μια τέτοια προοπτική απέσυρε από την επαναστατημένη Ελλάδα όλον τον στρατό του. Τα τμήματα από την Αττική και Βοιωτία υπό τον Ασλάν Μπέη πέρασαν στις 12 Σεπτεμβρίου από το στενό “Πέτρα» μεταξύ Λειβαδιάς και Θήβας. Εκεί ενέδρευε και του επιτέθηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης. Σε αυτή τη μάχη έλαβε για πρώτη φορά μέρος τακτικός στρατός Ελλήνων μιας και από το 1828 ο κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας, είχε ιδρύσει τον λόχο των Ευελπίδων. Οι Έλληνες παρέταξαν 2.500 άνδρες έναντι 8.000 των Τούρκων και νίκησαν. Ο Ασλάν Μπέης, για να διασώσει όσες περισσότερες δυνάμεις μπορούσε, προέβη σε συνθηκολόγηση. Σύμφωνα με αυτήν οι Τούρκοι υποχρεούνται να αποσύρουν όλες τις στρατιωτικές τους δυνάμεις από τη Στερεά Ελλάδα εκτός από την Ακρόπολη της Αθήνας και του φρουρίου Καράμπαμπα (Χαλκίδα Ευβοίας) που παραδόθηκαν στις δυνάμεις του Όθωνα, όταν έφτασε σ’ εκείνες τις περιοχές στις 14 Ιουνίου 1833. Αυτή ήταν και η καταληκτήρια μάχη της ελληνικής επανάστασης (1821-1830). Παράλληλα στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 υπογράφτηκε η ρωσο-τουρκική συνθήκη ειρήνης στην Αδριανούπολη. Ένα δε άρθρο αυτής αναγκάζει τον σουλτάνο για πρώτη φορά να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ελλάδας.

 

 

Posted in 15) ΙΣΤΟΡΙΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: